Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 11



11 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ


ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ
1935: Γεννιέται ο Εσθονός συνθέτης και ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή συνθέτες θρησκευτικής μουσικής Άρβο Περτ (εκλατινισμένα: Arvo Pärt). Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, έχει εργαστεί σε μινιμαλιστικό στυλ, με βάση μια δικής του δημιουργίας συνθετική τεχνική, που ονομάζει tintinnabuli (από το λατινικό tintinnabulum: καμπάνα). Η μουσική του εμπεριέχει επιρροές από το Γρηγοριανό μέλος και την προκλασική μουσική. Ο Περτ γεννήθηκε στην Paideν της επαρχίας Järva, στην Εσθονία. Η παρατεταμένη διαμάχη του με σοβιετικούς υπαλλήλους τον οδήγησαν να μεταναστεύσει με τη σύζυγό του και τους δύο γιους τους το 1980. Έζησε πρώτα στη Βιέννη, στην Αυστρία, όπου πήρε αυστριακή υπηκοότητα, και στη συνέχεια μετοίκισε στο Βερολίνο, στη Γερμανία. Επέστρεψε στην Εσθονία στα τέλη του 20ού αιώνα και τώρα ζει στο Ταλίν. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες τα έργα του έχουν ηχογραφηθεί εκτεταμένα και διανέμονται διεθνώς από τη γερμανική δισκογραφική εταιρία ECM. (ΠΗΓΗ: Ελληνική Βικιπαιδεία)






ΘΑΝΑΤΟΙ
1733: François Couperin
1789: Luka Sorkočević
1949: Henri Rabaud
1984: Hilding Hallnäs
1985: William Alwyn

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 10



10 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ


ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ
1659: Γεννιέται ο Άγγλος συνθέτης και οργανίστας της εποχής του Μπαρόκ Χένρυ Πέρσελ (αγγλ. Henry Purcell, περ. 10 Σεπτεμβρίου 1659). Θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους Άγγλους συνθέτες, τόσο διότι ανέπτυξε ένα εξαιρετικά ιδιότυπο "Αγγλικό" ύφος, όσο και για την ισορροπία που διακρίνει τα φωνητικά του έργα. Ο Πέρσελ γεννήθηκε στο Λονδίνο, σε πολύ κοντινή απόσταση από το Αββαείο του Ουέστμίνστερ, σε μια οικογένεια με τρία αδέλφια• ο αδελφός του Ντάνιελ υπήρξε εξίσου πολυγραφότατος συνθέτης, που μάλιστα ολοκλήρωσε την όπερα του Χένρυ "The Indian Queen" μετά τον πρόωρο θάνατό του. Πεθαίνοντας ο πατέρας του, το 1664, ο θείος του -Τόμας Πέρσελ, μουσικός του Βασιλικού Παρεκκλησίου- τον πήρε υπό την κηδεμονία του και γρήγορα τον τοποθέτησε ως χορωδό στο Βασιλικό Παρεκκλήσιο. Εκεί παρέμεινε μέχρι τη μεταφώνησή του το 1673 και στη συνέχεια έγινε βοηθός του κατασκευαστή οργάνων Τζον Χίνγκστον. Έχοντας μαθητεύσει πλάι στον Τζον Μπλόου, τον διαδέχεται το 1679 ως οργανίστας του Αβαείου του Ουέστμίνστερ και έκτοτε αφιερώνεται στη σύνθεση θρησκευτικών έργων. Μέχρι τότε είχε γράψει πολλά έργα, κυρίως σκηνικά, όπως τη γνωστότερή του όπερα, "Διδώ και Αινείας", η οποία έχει πολλά κοινά με την όπερα "Αφροδίτη και Άδωνης" του Μπλόου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα που αποδεικνύει την ομοιότητα αυτή αποτελεί το γεγονός ότι, τόσο ο Πέρσελ όσο και ο Μπλόου, δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στους ρόλους της Διδούς και της Αφροδίτης απ' ότι σ' αυτούς του Αινεία και του Άδωνη, αντίστοιχα. Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι οι "όπερες" του Πέρσελ και άλλων Άγγλων συνθετών, θεωρούνται "Ημι-όπερες" ή "Αγγλικές Όπερες", για τους εξής λόγους: 1) η όπερα της εποχής ήταν μόνο στην ιταλική γλώσσα, 2) έχουν μάλλον μικρή διάρκεια, 3) οι πρωταγωνιστές παίζουν τον ρόλο τους χωρίς να τραγουδάνε (το τραγούδι αναλαμβάνουν επαγγελματίες τραγουδιστές, που τους αναθέτουν μικρότερους ρόλους), 4) αντί του ρετσιτατίβο προτιμάται το μέσο του διαλόγου. Το 1682 παντρεύεται την Frances, με την οποία κάνει συνολικά έξι παιδιά• τον ίδιο χρόνο διορίζεται οργανίστας του Βασιλικού Παρεκκλησίου, ενώ διατηρεί την ίδια θέση και στο Αβαείο. Τον επόμενο χρόνο εισέρχεται στον χώρο της τυπογραφίας και εκδίδει τις Δώδεκα Σονάτες, για βιολί και συνεχές βάσιμο (πρόκειται για τρίο-σονάτες). Την περίοδο αυτή ο Πέρσελ είναι εξαιρετικά παραγωγικός, συνθέτοντας πολλά ανθέμια, ωδές και γενικώς θρησκευτική μουσική. Ένα από τα γνωστότερά του έργα είναι το "Hear my prayer, O Lord", ημιτελές ανθέμιο για οκτώ φωνές, που δείχνει με πολυ παραστατικό τρόπο (χρήση διαφωνιών, καθυστερήσεων κλπ) τη διάθεση αλλά και τις λέξεις του κειμένου. Περιστατικά, όπως βασιλικές επέτειοι, γενέθλια και ενθρονίσεις, του παρέχουν πολλές ευκαιρίες να γράψει σε μεγαλοπρεπές ύφος και να πειραματιστεί με τους διαθέσιμους τραγουδιστές και μουσικούς. Το 1687 αποτελεί μια χρονιά-σταθμό καθώς αποκαθίσταται η σχέση του με τη σκηνική μουσική: μέσα στα επόμενα χρόνια γράφει μουσική για πάνω από 40 θεατρικά, που ανάμεσά τους ξεχωρίζουν τα "Βασιλιάς Αρθούρος" (1691), "Fairy-Queen" (1692) και "Indian Queen" (1695), που είναι και το μεγαλύτερο σε μήκος έργο του. Ο "Βασιλιάς Αρθούρος" θεωρείται το πιο δραματικό του έργο, εμπνέοντας αιώνες μετά τον τραγουδιστή και σόουμαν Κλάους Νόμι να εκτελεί ένα απόσπασμα του έργου σε πολλές εμφανίσεις του. Στα 35 του πεθαίνει υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες: οι φήμες τον θέλουν να παθαίνει πνευμονία όταν ένα βράδυ γυρίζει αργά σπίτι και η σύζυγός του τον κλειδώνει έξω, ενώ κατ' άλλους τα αίτια τείνουν προς τη μάστιγα της εποχής, την φυματίωση. Ανάμεσα στα έργα του καταμετρώνται δεκάδες τραγούδια με συνοδεία, καντάτες, μια τεράστια συλλογή με ύμνους, λειτουργίες και ανθέμια καθώς και πολλά έργα για πληκτροφόρο, αλλά και για σύνολα με βιόλες ντα γκάμπα. Ξεχωρίζει το "Πένθιμο Εμβατήριο" για την κηδεία της Βασίλισας Μαρίας Β΄, το οποίο παίχτηκε και κατά την ίδια του την κηδεία. (ΠΗΓΗ: Ελληνική Βικιπαδεία)





ΘΑΝΑΤΟΙ
1840: Gertrude van den Bergh
1916: Friedrich Gernsheim
1945: Väinö Raitio

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 9



9 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ


ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ
1583 (πρόσφατες αρχειακές έρευνες κατέδειξαν επίσης ως πιθανές ημερομηνίες γέννησης τις 13 και 15 Σεπτεμβρίου): Γεννιέται στη Φεράρα ο Ιταλός συνθέτης Girolamo Alessandro Frescobaldi, ένας από τους σημαντικότερους συνθέτες μουσικής για πληκτροφόρο όργανο στα τέλη της Αναγέννησης και στις αρχές του Μπαρόκ. Παιδί θαύμα, ο Frescobaldi μελέτησε με τον Luzzasco Luzzaschi στη Φεράρα, αλλά είχε επηρεαστεί επίσης από ένα μεγάλο αριθμό συνθετών, συμπεριλαμβανομένων των Ascanio Mayone, Giovanni Maria Trabaci και Claudio Merulo. Ο Frescobaldi διορίστηκε "οργανίστας" της Βασιλικής του Αγίου Πέτρου, ένα κομβικό σημείο εξουσίας για την Capella Giulia (ένα μουσικό ‘’οργανισμό’’ της εποχής), από τις 21 Ιουλίου 1608 μέχρι το 1628 και ξανά από το 1634 μέχρι το θάνατό του. Οι τυπωμένες συλλογές του Frescobaldi περιέχουν μερικές από τα πιο σημαντικά έργα του 17ου αιώνα. Το έργο του επηρέασε τους Johann Jakob Froberger, Johann Sebastian Bach, Henry Purcell και πολλούς άλλους μεγάλους συνθετες. Συνθέσεις από την περίφημη συλλογή του λειτουργικής μουσικής οργάνων ‘’Fiori Musicali’’ (1635), χρησιμοποιήθηκαν ως μοντέλα της αυστηρής αντίστιξης τόσο στην εποχή τους, όσο και τον 19ο αιώνα. Ο Frescobaldi υπήρξε ο πρώτος από τους μεγάλους συνθέτες της παλαιάς γαλλικής-ολλανδικής-ιταλικής παράδοσης που επέλεξε να εστιάσει τη δημιουργική του ενέργεια στην οργανική σύνθεση και το έργο του έφερε ένα ευρύ φάσμα συναισθημάτων και δεξιοτεχνικών περασμάτων. Η μουσική για πληκτροφόρα όργανα καταλαμβάνει τη σημαντικότερη θέση στη συνθετική του πορεία. Εξέδωσε οκτώ συλλογές κατά τη διάρκεια της ζωής του, πολλές επανεκδόθηκαν υπό την εποπτεία του και πολλά έργα του είτε δημοσιεύθηκαν μετά το θάνατό του ή κυκλοφόρησαν σε χειρόγραφα. Το σύνολο των canzonas του 1634 είναι πιθανότατα η πιο καλή αναθεώρηση των συνθέσεών του Frescobaldi. Από τα σαράντα κομμάτια μέσα στη συλλογή, δέκα αντικαταστάθηκαν και άλλα δεκαέξι αναθεωρήθηκαν σε διάφορους βαθμούς. Αυτή η εκτεταμένη επεξεργασία πιστοποιεί το συνεχές ενδιαφέρον του συνθέτη στην απόλυτη τελειότητα των κομματιών και των συλλογών του.




ΘΑΝΑΤΟΙ
1814: José Ángel Lamas
1924: Bernard Zweers
1925: Eugène Gigout
1945: Alexander Siloti
1966: Yuri Shaporin
2010: Boris Ivanovich Tishchenko
2012: John Bavicchi

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 8



8 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ


ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ
1841: Γεννιέται ο Τσέχος συνθέτης της ρομαντικής περιόδου Αντονίν Λέοπολντ Ντβόρζακ (τσέχικα: Antonín Leopold Dvořák) ο οποίος χρησιμοποίησε στο έργο του το μουσικό ιδίωμα και τις μελωδίες της Μοραβίας και της γενέτειράς του, Βοημίας. Τα έργα του περιλαμβάνουν όπερες, συμφωνική και χορωδιακή μουσική και μουσική δωματίου. Μερικά από τα γνωστότερα έργα του είναι η Συμφωνία του Νέου Κόσμου, οι Σλαβονικοί Χοροί, το Αμερικάνικο Κουαρτέτο Εγχόρδων και το Κονσέρτο για τσέλο σε Σι ελάσσονα. Ο Ντβόρζακ γεννήθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου στο Νελαχοζέβες κοντά στην Πράγα (τότε στην Αυστριακή Αυτοκρατορία, σήμερα στην Τσεχία), όπου και έζησε κατά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Ο πατέρας του, Φράντισεκ Ντβόρζακ (František Dvořák 1814-1894) ήταν χασάπης, πανδοχέας και επαγγελματίας παίχτης του τσίτερ, (zither). Οι γονείς του αναγνώρισαν νωρίς το μουσικό του ταλέντο και έτσι ξεκίνησε την πρώτη του μουσική εκπαίδευση στο σχολείο του χωριού από το 1847, σε ηλικία 6 ετών. Από το 1857 ως το 1859 φοίτησε στην Εκκλησιαστική Σχολή της Πράγας, και σταδιακά εξελίχθηκε σε ολοκληρωμένο βιολιστή και βιολίστα. Όλη την διάρκεια της δεκαετίας του 1860 έπαιζε βιόλα στην Επαρχιακή Θεατρική Ορχήστρα της Βοημίας, την οποία από το 1866 διηύθυνε ο Μπέντριχ Σμέτανα. Η ανάγκη του να συμπληρώσει το εισόδημά του διδάσκοντας του περιόριζε τον ελεύθερο χρόνο και έτσι το 1871 παραιτήθηκε από την ορχήστρα για να μπορεί να συνθέτει. Εκείνη την περίοδο ερωτεύτηκε μία από τις μαθήτριές του, την Γιοζεφίνα Τσερμάκοβα (Josefína Čermáková) και έγραψε για αυτήν τον κύκλο τραγουδιών Κυπαρίσσια, (Cypřiše). Η Γιοζεφίνα όμως παντρεύτηκε κάποιον άλλον και το 1873 ο Ντβόρζακ παντρεύτηκε την αδερφή της, Άννα, με την οποία απέκτησε εννιά παιδιά. Εκείνη περίπου την περίοδο άρχισε ο Ντβόρζακ να αναγνωρίζεται ως σημαντικός συνθέτης. Έγινε οργανίστας στον ναό του Αγίου Άνταλμπερτ στην Πράγα, ενώ μπήκε σε μία παραγωγική περίοδο σύνθεσης. Το 1875 συνέθεσε το δεύτερο του κουιντέτο εγχόρδων και το 1877 ο κριτικός Έντουαρντ Χάνσλικ τον πληροφόρησε ότι η μουσική του τράβηξε την προσοχή του Γιοχάνες Μπραμς, με τον οποίο έγιναν αργότερα φίλοι. Ο Μπραμς επικοινώνησε με τον μουσικό εκδότη Σίμροκ, ο οποίος ως εκ τούτου παρήγγειλε στον Ντβόρζακ το πρώτο σετ Σλαβονικών Χορών, οι οποίοι εκδόθηκαν το 1878 με άμεση επιτυχία. Το Στάμπατ Μάτερ (1880) του παρουσιάστηκε στο εξωτερικό και μετά από επιτυχείς παραστάσεις στο Λονδίνο το 1883, ο Ντβόρζακ προσκλήθηκε να επισκεφθεί την Αγγλία όπου και εμφανίστηκε με μεγάλη επιτυχία το 1884. Η 7η Συμφωνία του γράφτηκε στο Λονδίνο και πρωτοπαρουσιάστηκε εκεί το 1885. Επισκέφθηκε την Αγγλία συνολικά 9 φορές συχνά διευθύνοντας εκεί ο ίδιος τα έργα του. Το 1890, επηρεασμένος από τον Πιότρ Ιλίτς Τσαϊκόφσκι επισκέφθηκε και την Ρωσία, και διηύθυνε ορχήστρες στην Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη. Το 1891 έλαβε τιμητικό τίτλο από το Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ και το Ρέκβιεμ (Ντβόρζακ) του πρωτοπαρουσιάστηκε στο Τριετήσιο Μουσικό Φεστιβάλ του Μπέρμιγχαμ. Από το 1892 μέχρι το 1895, ο Ντβόρζακ ήταν διευθυντής του Εθνικού Ωδείου της Αμερικής στην Νέα Υόρκη, με ετήσιο μισθό 15.000 δολάρια. Εκεί ο Ντβόρζακ γνώρισε τον μετέπειτα μαθητή του, Χάρι Μπάρλεϊ (Harry Burleigh), έναν από τους πρώτους αφροαμερικανούς συνθέτες, ο οποίος κατόπιν επιθυμίας του Ντβόρζακ τον έφερε σε επαφή με τα παραδοσιακά αμερικανικά Σπιρίτσουαλς. Τον χειμώνα και την την άνοιξη του 1893, και ενώ έμενε στην Νέα Υόρκη, ο Ντβόρζακ συνέθεσε την 9η Συμφωνία, «Από τον Νέο Κόσμο». Πέρασε το καλοκαίρι του 1893 με την οικογένεια του στην τσεχόφωνη κοινότητα του Σπίλβιλ της Αϊόβας, όπου είχαν μεταναστεύσει παλαιότερα και κάποια ξαδέρφια του. Όσο ήταν εκεί συνέθεσε το Κουαρτέτο Εγχόρδων σε Φα μείζονα («Αμερικάνικο»), το Κουιντέτο Εγχόρδων σε Μι ύφεση μείζονα καθώς και μία σονατίνα για βιολί και πιάνο. Σε ένα διάστημα τριών μηνών το 1895, ο Ντβόρζακ συνέθεσε το Κονσέρτο για βιολοντσέλο σε Σι ελάσσονα. Εντούτοις προβλήματα σχετικά με τον μισθό του, η αυξανόμενη αναγνώρισή του στην Ευρώπη (είχε γίνει επίτιμο μέλος του Gesellschaft der Musikfreunde στην Βιέννη) καθώς και η νοσταλγία για την πατρίδα του τον έκαναν να αποφασίσει να επιστρέψει στην Βοημία. Έφυγε από την Νέα Υόρκη πριν το τέλος της άνοιξης. Κατα την διάρκεια των τελευταίων ετών της ζωής του ο Ντβόρζακ αφοσιώθηκε στην σύνθεση όπερας και μουσικής δωματίου. Το 1896 επισκεφθηκε το Λονδίνο για τελευταία φορά για να παραστεί στην πρεμιέρα του Κονσέρτου του για βιολοντσέλο σε Σι ελάσσονα. Το 1897 η κόρη του παντρεύτηκε τον μαθητή του, Γιόζεφ Σουκ. Διαδέχτηκε τον Αντονίν Μπένεβιτς ως διευθυντής του Ωδείου της Πράγας από το 1901 μέχρι τον θάνατό του από καρδιακή ανεπάρκεια το 1904. Τα 60α του γενέθλια είχαν εορταστεί ως εθνικό γεγονός. Βρίσκεται θαμμένος στο Κοιμητήριο Βίσεχραντ στην Πράγα, και τον τάφο του κοσμεί προτομή του από τον τσέχο γλύπτη Λάντισλαβ Σάλουν. Άφησε πολλά έργα του ημιτελή, όπως το Κονσέρτο για βιολοντσέλο σε Λα μείζονα. (ΠΗΓΗ: Ελληνική Βικιπαιδεία)







ΘΑΝΑΤΟΙ

1613: Carlo Gesualdo
1944: Jan van Gilse
1949: Richard Strauss
1985: Frederick May
1991: Alex North
1997: Vladimír Sommer
1999: Louis Thomas Hardin

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 7



7 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ


ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ
1726: Γεννιέται ο Γάλλος σκακιστής και συνθέτης Φρανσουά-Αντρέ Ντανικάν Φιλιντόρ (γαλλικά: François-André Danican Philidor). Είχε συνεισφορά στην πρώιμη ανάπτυξη της κωμικής όπερας. Θεωρείται επίσης, ως ο καλύτερος σκακιστής της εποχής του. Το βιβλίο του Analyse du jeu des Echecs θεωρήθηκε ένα πρότυπο εγχειρίδιο σκακιού για τουλάχιστον έναν αιώνα, και ένα πολύ γνωστό σκακιστικό άνοιγμα καθώς και μια μέθοδος για ματ έχουν πάρει το όνομά του. Ο Φιλιντόρ προσχώρησε στην βασιλική χορωδία του Λουδοβίκου ΙΕ΄ το 1732 σε ηλικία έξι ετών, και έκανε την πρώτη προσπάθειά του στην σύνθεση ενός τραγουδιού στην ηλικία των 11. Λέγεται ότι ο Λουδοβίκος ΙΕ΄ ήθελε να ακούει τη χορωδία σχεδόν κάθε μέρα, και οι τραγουδιστές, ενώ περίμεναν τον βασιλιά για να έρθει, έπαιζαν σκάκι για να ανακουφίσουν την πλήξη τους και αυτό πιθανά προκάλεσε το ενδιαφέρον του Φιλιντόρ για το σκάκι. Περίπου από το 1740 έζησε και εργάστηκε στο Παρίσι ως ερμηνευτής, δάσκαλος και μουσικός αντιγραφέας. Ήταν ο δάσκαλος του συνθέτη και πιανίστα Ludwig Wenzel Lachnith από τη Βοημία. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου συνάντησε τον Ντιντερό, ο οποίος τον αποκαλούσε «Philidor le subtil» στο φιλοσοφικό του διάλογο Ο ανιψιός του Ραμώ. Πέρασε μεγάλο μέρος της περιόδου από το 1745 έως το 1754 στο Λονδίνο, μετά από μια περιοδεία συναυλιών στην Ολλανδία που κατέρρευσε, και κινήθηκε στους ίδιους κύκλους με τον Δρ. Τζόνσον και τον Δρ. Μπάρνεϋ. Επέστρεψε στη γαλλική πρωτεύουσα το 1754, παρόλο που η μουσική του βρέθηκε από μερικούς να είναι πάρα πολύ Ιταλική (ως αποτέλεσμα των ταξιδιών του). Ωστόσο, σημείωσε αρκετές επιτυχίες στα θέατρα, ξεκινώντας με το Blaise le savetier το 1759. Οι τρεις πιο επιτυχημένες όπερές του ήταν η Le Sorcier το 1764, η Tom Jones (με λιμπρέτο από την ομώνυμη νουβέλα του Henry Fielding) το 1765 και η Ernelinde το 1767. Για ένα διάστημα ο Φιλιντόρ ήταν από τους κορυφαίους συνθέτες όπερας στη Γαλλία, και κατά τη διάρκεια της μουσικής καριέρας του παρήγαγε πάνω από 20 κωμικές όπερες και δύο λυρικές τραγωδίες. Έγραψε επίσης κοσμικές καντάτες και μοτέτα. (ΠΗΓΗ: Ελληνική Βικιπαιδεία)



ΘΑΝΑΤΟΙ
1741: Henri Desmarest
1985: Franco Ferrara
1986: Horacio López de la Rosa
2005: Rowan Taylor
2013: Ilja Hurnik

Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2014

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 6



6 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ


ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ
1855: Γεννιέται ο Γερμανός αρπίστας, πιανίστας, μαέστρος και συνθέτης Ferdinand Hummel. Ο Hummel ξεκίνησε ως παιδί θαύμα και ο πατέρας του, ο οποίος ήταν φλαουτίστας στη Βασιλική Ορχήστρα του Βερολίνου, φρόντισε την αρχική μουσική εκπαίδευση του γιου του σε ηλικία τεσσάρων ετών, κερδίζοντας μια υποτροφία από τον Βασιλιά Wilhelm von Preussen Stipendium γιανα μελετήσει με τον Antonio Zamara στο Gesellschaft der Musikfreunde της Βιέννης. Την περίοδο 1864-1867 περιόδευσε με τον πατέρα του στη Νότια και τη Βόρεια Γερμανία, τη Δανία, τη Σουηδία, τη Νορβηγία και τη Ρωσία, όπου και χαιρετίστηκε ως ένας μεγάλος βιρτουόζος της άρπας. Συνέχισε τις σπουδές του στη Νέα Ακαδημία της Μουσικής του Βερολίνου (Ινστιτούτο Theodor Kullak) την περίοδο 1868-1875 και αργότερα στο Royal High School for Music and Composition με καθηγητές τους Woldemar Bargiel και Friedrich Kiel.
Το 1892, ο Hummel διορίστηκε μαέστρος της μουσικής σκηνής του Βασιλικού Θεάτρου του Βερολίνου όπου αργότερα έγινε διευθυντής (1897-1917). Ως συνθέτης ήταν πολύ παραγωγικός γράφοντας όπερες, μουσική δωματίου, έργα για πιάνο και χορωδιακά έργα. Σήμερα, η μουσική του είναι ως επί το πλείστον λησμονημένη, αλλά οι όπερές του έχουν τουλάχιστον κάποιο ενδιαφέρον, δεδομένου ότι αποτελούν ένα γερμανικό ισοδύναμο με το ιταλικό στυλ ‘’Verismo’’ των Puccini, Mascagni και Leoncavallo.


ΘΑΝΑΤΟΙ
1704: Francesco Provenzale
1937: Henry Kimball Hadley
1956: Felix Borowski
1962: Hanns Eisler
1968: Karl Rankl
1979: Ronald Binge
1985: Léon Orthel

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 5



5 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ


ΓΕΝΝΗΣΕΙΣ
1735: Γεννιέται ο συνθέτης της κλασικής εποχής Johann Christian Bach, ενδέκατο παιδί και ο νεότερος γιος του Johann Sebastian Bach. Μετά το θάνατο του πατέρα του (ο οποίος υπήρξε και ο πρώτος του και σημαντικότερος δάσκαλος), όταν ο Johann Christian ήταν 15 ετών, εργάστηκε με τον ετεροθαλή αδελφό του Karl Philipp Emannuel Bach, ο οποίος ήταν είκοσι ενός ετών και θεωρείται ως ο πιο προικισμένος μουσικά από τους γιους του Μπαχ. Ο Johann Christian συνέθεσε καντάτες, μουσική δωματίου, έργα για πληκτροφόρο όργανο και ορχηστρικά, όπερες και συμφωνίες. Το 1760 έγινε οργανίστας στον καθεδρικό ναό του Μιλάνο και το 1762 ταξίδεψε στο Λονδίνο για την πρεμιέρα τριών οπερών του στο Βασιλικό Θέατρο οι οποίες εδραίωσαν τη φήμη του στην Αγγλία και διορίστηκε έτσι αρχιμουσικός της Βασίλισας Charlotte. Ο συνθέτης πέθανε χρεωκοπημένος στο Λονδίνο την ημέρα της Πρωτοχρονιάς του 1782 και η Βασίλισα Charlotte κάλυψε τα έξοδα της κηδείας και παρείχε μια ισόβια σύνταξη στην χήρα του. Τάφηκε στο νεκροταφείο της Παλαιάς Εκκλησίας του Saint Pancras στο Λονδίνο.





1791: Γέννηση του Γερμανού συνθέτη όπερας Giacomo Meyerbeer. Ο Meyerbeer έδωσε τον ‘’αποφασιστικό χαρακτήρα’’ της μεγάλης όπερας συγχωνεύοντας το γερμανικό ορχηστρικό στυλ με την ιταλική φωνητική παράδοση. Ο Meyerbeer ξεκίνησε τη μουσική του καριέρα ως πιανίστας, αλλά σύντομα αποφάσισε να αφοσιωθεί στην όπερα, περνώντας πολλά χρόνια στην Ιταλία, μελετώντας σύνθεση. Από το 1831 μέχρι το θάνατό του, παρέμεινε κυρίαρχη φιγούρα στον κόσμο της όπερας και ο σύγχρονός του Hector Berlioz υποστήριξε ότι ‘’όχι μόνο έχει την τύχη να είναι ταλαντούχος, αλλά διαθέτει και το ταλέντο να είναι τυχερός’’. Ο συνθέτης ήταν επίσης και πρώιμος υποστηρικτής του Richard Wagner, διευκολύνοντας την πρώτη παραγωγή της όπερας του τελευταίου ‘’Rienzi’’. Οι κρίσιμες επιθέσεις του Wagner και των υποστηρικτών του, ειδικά μετά το θάνατό του, οδήγησαν σε μείωση της δημοτικότητας των έργων του, οι όπερές του κατεστάλησαν από το καθεστώς των Ναζί στη Γερμανία και παραμελήθηκαν το μεγαλύτερο μέρος του εικοστού αιώνα. Τα έργα του Meyerbeer εκτελούνται σπάνια μέχρι και σήμερα.


1912: Γεννιέται ο πειραματιστής συνθέτης και θεωρητικός της μουσικής, φιλόσοφος, ποιητής, εικαστικός καλλιτέχνης, χαράκτης, καθώς και ερασιτέχνης μελετητής και συλλέκτης μανιταριών(!!) Τζων Κέιτζ. Ήταν πρωτεργάτης του αλεατορισμού (μουσική του τυχαίου), της ηλεκτρονικής μουσικής και της αντισυμβατικής χρήσης μουσικών οργάνων. Ήταν μια από τις ηγετικές φυσιογνωμίες της μεταπολεμικής αβάν-γκαρντ. Οι κριτικοί τον έχουν αναγορεύσει ως έναν από τους σημαντικότερους Αμερικανούς συνθέτες του 20ου αιώνα. Επίσης είχε ουσιώδη συμβολή στην ανάπτυξη του μοντέρνου χορού, κυρίως μέσω της συνεργασίας του με το χορογράφο Μέρς Κάνιγχαμ, ο οποίος υπήρξε σύντροφος του Κέιτζ για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους. Ο Κέιτζ είναι ίσως περισσότερο γνωστός για την σύνθεση του "4'33" το 1952, το οποίο εκτελείται χωρίς να παιχτεί ούτε μια νότα. Το περιεχόμενο της σύνθεσης αυτής σκοπεύει να εκληφθεί ως οι ήχοι του περιβάλλοντος που ακούν οι ακροατές καθώς αυτό παίζεται, παρά ως 4 λεπτά και 33 δευτερόλεπτα σιωπής. Το κομμάτι αυτό υπήρξε μια από τις πιο αμφιλεγόμενες συνθέσεις του 20ου αιώνα. Μια άλλη διάσημη δημιουργία του Κέιτζ είναι το "prepared piano" (προετοιμασμένο πιάνο -ένα πιάνο του οποίου ο ήχος μεταβάλεται τοποθετώντας χρηστικά αντικείμενα στις χορδές του), για το οποίο έγραψε έναν αριθμό χορευτικών έργων και μερικές συνθέσεις, με πιο γνωστή από αυτές τα "Sonatas and Interludes" (1946–48). Στους δασκάλους του περιλαμβάνονται ο Χένρυ Κάουελ (1933) και ο Άρνολντ Σένμπεργκ (1933–35), και οι δύο γνωστοί για τις καινοτομίες τους στην μουσική, αλλά σημαντική επιρροή του Κέιτζ υπήρξαν διάφορες Ανατολικές Κουλτούρες. Μέσω των σπουδών του πάνω στην Ινδική φιλοσοφία και τον Βουδισμό στο τέλος της δεκαετίας του 1940, ο Κέιτζ συλλαμβάνει την ιδέα της αλεατορικής μουσικής (Aleatoric music), μουσικής που ελέγχεται από την τύχη, που αρχίζει να συνθέτει το 1951. Το Ι Τσινγκ, η αρχαία κινέζικη τεχνική σχετικά με την αλλαγή γεγονότων, έγινε το σταθερό εργαλείο σύνθεσης του Κέιτζ για το υπόλοιπο της ζωής του. Σε μια διάλεξη το 1957, με θέμα την Πειραματική Μουσική, περιέγραψε την μουσική ως ένα “άσκοπο παιχνίδι” το οποίο αποτελεί μια “επιβεβαίωση της ζωής – όχι μια προσπάθεια για να φέρει τάξη στο χάος, ούτε να προτείνει διορθώσεις στη δημιουργία, αλλά απλά ένας τρόπος να ξυπνήσεις σε ακριβώς αυτήν την ζωή που ζούμε.” Ο Κέιτζ γεννήθηκε στο Λος Άντζελες. Ο πατέρας του, Τζον Μιλτον Κέιτζ (1886-1964), ήταν εφευρέτης και η μητέρα του Λουκριτία Χάρβεϊ (1885-1068) εργαζόταν κατά διαστήματα ως δημοσιογράφος για τους Los Angeles Times. Οι ρίζες της οικογένειας ήταν καθαρά Αμερικάνικες: σε μια συνέντευξη το 1976 ο Κέιτζ αναφέρει “ ένας Τζον Κέιτζ βοήθησε τον Ουάσινγκτον στην χαρτογράφηση της Βιρτζίνια”.Η πρώτη επαφή του με την μουσική ήταν τα ιδιαίτερα μαθήματα πιάνου που έκανε. Έκανε το πρώτο μάθημα πιάνου όταν ήταν στην τετάρτη δημοτικού. Το 1928 ο Κέιτζ ήταν δηλώνει ότι θέλει να γίνει συγγραφέας. Γράφεται στο Pomona College, Claremont, το οποίο όμως εγκαταλείπει το 1930 πιστεύοντας ότι “το κολλέγιο δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα σε έναν συγγραφέα”. Σε μια δήλωση του το 1991 λέει: “στο κολλέγιο ήμουν σοκαρισμένος που έβλεπα τους 100 συμφοιτητές μου στην βιβλιοθήκη να διαβάζουν όλοι τα ίδια βιβλία. Αντί για αυτό, πήγα στα ράφια και διάβασα το πρώτο βιβλίο που γράφτηκε από έναν συγγραφέα που το όνομα του άρχιζε από Ζ. Πήρα το μεγαλύτερο βαθμό στην τάξη μου. Αυτό με έπεισε ότι το σύστημα δεν δούλευε σωστά. Έφυγα. “ Ο Κέιτζ πείθει τους γονείς του ότι ένα ταξίδι στην Ευρώπη θα ήταν πιο ευεργετικό για έναν μελλοντικό συγγραφέα από τις πανεπιστημιακές σπουδές. Παρέμεινε στην Ευρώπη για 18 μήνες, ενώ ασχολήθηκε με διάφορους τομείς της τέχνης: πρώτα ασχολήθηκε με την Γοτθική και την Ελληνική αρχιτεκτονική, αλλά αποφάσισε ότι δεν τον ενδιέφερε αρκετά η αρχιτεκτονική για να αφιερώσει την ζωή του σε αυτήν. Ύστερα ασχολήθηκε με την ζωγραφική, την ποίηση και την μουσική. Στην Ευρώπη άκουσε για πρώτη φορά μουσική σύγχρονων συνθετών (όπως του Ιγκόρ Στραβίνσκι και του Πάουλ Χίντεμιτ) και τελικά γνώρισε την μουσική του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, την οποία δεν είχε ακούσει μέχρι τότε. (ΠΗΓΗ: Ελληνική Βικιπαιδεία)




ΘΑΝΑΤΟΙ
1803: François Devienne
1862: Aleksey Nikolayevitch Verstovsky
1968: Juan José Castro
1969: Henk Bijvanck
1987: Wolfgang Fortner